Στις 22 Ιανουαρίου 2026, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε επίσημα το Συμβούλιο Ειρήνης / Board of Peace, έναν διεθνή οργανισμό που θέτει ως στόχο τη διαχείριση συγκρούσεων και την καθιέρωση ειρηνευτικών πρωτοβουλιών – αρχικά επικεντρωμένων στον πόλεμο Ισραήλ – Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά με ευρύτερες φιλοδοξίες σε παγκόσμια κλίμακα.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της πρώτης φάσης συμμετοχών είναι ότι χώρες με σαφή γεωπολιτικά ζητήματα ή περιφερειακές εντάσεις έναντι της Ελλάδας έχουν δεχθεί την πρόσκληση και έχουν δηλώσει συμμετοχή. Στην τελετή υπογραφής συμμετείχαν επίσημα αντιπροσωπείες από την Τουρκία, την Αλβανία, τη Βουλγαρία και το Κοσσυφοπέδιο (Κόσοβο), ανάμεσα σε άλλες 15-18 χώρες που υπέγραψαν την ίδρυση του σώματος.
Η Τουρκία, εκπροσωπούμενη από τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ήταν μία από τις χώρες που υπογράμμισαν την υποστήριξή τους στο νέο σχήμα, τονίζοντας τη σημασία μιας διεθνούς πλατφόρμας που θα περιλαμβάνει και θέματα ευρύτερης ασφάλειας.
Η Αλβανία και η Βουλγαρία έχουν αποφασίσει επισήμως να ενταχθούν στο Board, με την αλβανική Βουλή να εγκρίνει την ένταξη ως «διπλωματική αναβάθμιση» της χώρας.
Το Κοσσυφοπέδιο, ισχυρός αμερικανικός σύμμαχος στα Βαλκάνια, αποτελεί επίσης μέλος του νέου οργανισμού.
Αντίθετα, η Ελλάδα – αν και προσκλήθηκε – επέλεξε να μην συμμετάσχει και να εκφράσει επιφυλακτικότητα για τον ρόλο και την αρμοδιότητα του νέου σώματος στην παγκόσμια διπλωματική σκηνή, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να θέτει δημόσια νομικές και θεσμικές ανησυχίες, υποδηλώνοντας ότι το Board μπορεί να ανταγωνιστεί ή να υπονομεύσει τον ΟΗΕ.
Η απουσία της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των παραπάνω χωρών, δημιουργεί ένα διπλωματικό μοτίβο ανταγωνισμού και διαφοροποίησης στην περιοχή των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου – περιοχές όπου η Ελλάδα διατηρεί ιστορικές και στρατηγικές ανησυχίες κυρίως με την Τουρκία αλλά και με ζητήματα μειονοτήτων και περιφερειακής σταθερότητας που σχετίζονται με Αλβανία και Κόσοβο.
Πρώτη θέση ο Ερντογάν
Για την Ελλάδα, η συμμετοχή της Τουρκίας στο Board of Peace δεν είναι μια απλή διπλωματική λεπτομέρεια. Είναι μια ποιοτική αναβάθμιση της τουρκικής θέσης στην Ουάσιγκτον. Η Άγκυρα, σε μια περίοδο που προσπαθεί να επανακτήσει ρόλο «χρήσιμου συμμάχου» ύστερα από χρόνια συγκρούσεων με το αμερικανικό κατεστημένο, βρίσκει σε αυτό το νέο σχήμα ένα πολύτιμο εργαλείο επιρροής.
Σε ένα τέτοιο φόρουμ, όπου οι ΗΠΑ επιδιώκουν «γρήγορες λύσεις» και πολιτικά διαχειρίσιμες συμφωνίες, η Τουρκία μπορεί να εμφανίζεται ως ο περιφερειακός διαμεσολαβητής, ο παίκτης που «μιλάει με όλους»: από τη Γάζα μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και από τη Συρία μέχρι την Ουκρανία. Αυτό το αφήγημα λειτουργεί εις βάρος της Ελλάδας, η οποία παραδοσιακά επενδύει σε κανόνες, διεθνές δίκαιο και πολυμερείς θεσμούς – δηλαδή σε ένα πλαίσιο που το Board of Peace έρχεται να παρακάμψει.
Παράλληλα, η Αλβανία αποκτά μέσω της συμμετοχής της μια διπλωματική υπεραξία στην Ουάσιγκτον. Για την Αθήνα αυτό μεταφράζεται σε έναν επιπλέον δίαυλο πίεσης σε θέματα όπως η ελληνική μειονότητα, οι θαλάσσιες ζώνες και η πολιτική ισορροπία στα δυτικά Βαλκάνια. Όταν η Αλβανία κάθεται στο ίδιο τραπέζι με την Τουρκία υπό αμερικανική αιγίδα, δημιουργείται ένα δίπολο περιφερειακής συνεννόησης από το οποίο η Ελλάδα απουσιάζει.
Η Βουλγαρία και το Κόσοβο συμπληρώνουν αυτό το γεωπολιτικό τόξο γύρω από την Ελλάδα. Η Σόφια, παρότι τυπικά εταίρος στην Ε.Ε., δείχνει ότι δεν διστάζει να κινηθεί αυτόνομα όταν διαβλέπει αμερικανική εύνοια. Το Κόσοβο, από την άλλη, λειτουργεί ως προκεχωρημένο φυλάκιο της αμερικανικής επιρροής στα Βαλκάνια – και η συμμετοχή του σε ένα νέο αμερικανικό εγχείρημα ενισχύει αυτή τη δυναμική.
Το ρίσκο
Η άρνηση της Ελλάδας να συμμετάσχει στο Board of Peace δεν είναι αμελητέα. Δεν πρόκειται απλώς για μια «διαφωνία επί θεσμών», αλλά για μια απόκλιση στρατηγικής φιλοσοφίας από την Ουάσιγκτον της εποχής Τραμπ. Εκεί που η Ελλάδα βλέπει ρίσκο αποσταθεροποίησης του διεθνούς δικαίου, η αμερικανική διοίκηση βλέπει εργαλείο ισχύος και ταχύτητας.
Αυτό δημιουργεί μια σειρά από δυνητικά προβλήματα:
- Μείωση ελληνικής επιρροής σε νέες αμερικανικές πρωτοβουλίες. Όταν η Ουάσιγκτον χτίζει ένα παράλληλο δίκτυο «πρόθυμων», όσοι μένουν εκτός χάνουν πρόσβαση στα πρώτα στάδια λήψης αποφάσεων.
- Αναβάθμιση της Τουρκίας ως «λύτη προβλημάτων». Η Άγκυρα μπορεί να εμφανίζεται ως απαραίτητος εταίρος σε κρίσεις, την ώρα που η Ελλάδα προβάλλεται ως «θεσμικά δύσκαμπτη».
- Πίεση σε διμερή ζητήματα. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ επενδύουν πολιτικό κεφάλαιο σε όσους συμμετέχουν, η Αθήνα μπορεί να βρεθεί με λιγότερα περιθώρια διαπραγμάτευσης σε θέματα άμυνας, ενέργειας ή ανατολικής Μεσογείου.
- Διπλωματική σύγκλιση αντιπάλων. Το γεγονός ότι Τουρκία, Αλβανία και Κόσοβο κάθονται στο ίδιο αμερικανικό τραπέζι δημιουργεί έναν άτυπο άξονα που μπορεί να συντονίζεται σε βάρος ελληνικών θέσεων.
Το πιο επικίνδυνο, όμως, είναι το συμβολικό μήνυμα: στην εποχή Τραμπ οι σχέσεις δεν μετρώνται μόνο με βάσεις και συμφωνίες, αλλά και με το ποιος συμμετέχει στα «προσωπικά projects» του Λευκού Οίκου. Και σε αυτό το project η Ελλάδα απουσιάζει.
Το Board of Peace δεν είναι ακόμη ένας θεσμός τύπου ΟΗΕ. Είναι ένα πολιτικό εργαλείο ισχύος της αμερικανικής προεδρίας. Το γεγονός ότι σε αυτό συμμετέχουν χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει ανοιχτά ή υπόγεια μέτωπα – με πρώτη και κύρια την Τουρκία – μετατρέπει την ελληνική αποχή από τεχνική επιλογή σε στρατηγικό στοίχημα.
Η Αθήνα ποντάρει ότι οι θεσμοί, η Ευρώπη και το διεθνές δίκαιο θα λειτουργήσουν ως ανάχωμα. Η Ουάσιγκτον, όμως, ποντάρει σε κάτι διαφορετικό: σε ευέλικτους συνασπισμούς πρόθυμων κρατών. Αν αυτό το μοντέλο επικρατήσει, τότε το Board of Peace μπορεί να αποδειχθεί όχι απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά ένα πεδίο όπου η Τουρκία, η Αλβανία και άλλοι γείτονες της Ελλάδας θα παίζουν με αμερικανική κάλυψη – χωρίς την Ελλάδα στο τραπέζι.


