Τη σαφή πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει οριστικές απαντήσεις στα χρόνια προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί γύρω από την ταυτοποίηση των αγροτεμαχίων και τις δηλώσεις ΟΣΔΕ επανέλαβε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, αμέσως μετά τη συνάντηση με εκπροσώπους των αγροτών, θέτοντας στο επίκεντρο τις εκκρεμότητες που αφορούν το ΑΤΑΚ και το ΚΑΕΚ.
Όπως τόνισε, στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν τα ζητήματα ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ, τα οποία αποτελούν βασικό εμπόδιο για τη σωστή υποβολή των δηλώσεων ΟΣΔΕ εδώ και χρόνια. «Το κύριο θέμα της συζήτησης ήταν η αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλημάτων που έχουν προκύψει τελευταία σχετικά με την ταυτοποίηση των αγροτεμαχίων που δηλώνονται στο ΟΣΔΕ, αλλά και συνολικά παθογένειες που υπάρχουν στον ελληνικό αγροτικό κόσμο», δήλωσε.
Ο κ. Τσιάρας υπενθύμισε ότι για αγροτεμάχια έως 20 στρέμματα έχει ήδη προβλεφθεί λύση, όταν δεν είναι δυνατή η ανεύρεση ΑΤΑΚ ή ΚΑΕΚ, μέσω υπεύθυνης δήλωσης του παραγωγού. «Εκεί που υπήρχε αδυναμία να ανευρεθεί ο ΑΤΑΚ ή το ΚΑΕΚ, μπορεί να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση, ώστε ο παραγωγός, εφόσον αποδεικνύεται η πραγματική παραγωγή μέσα από άλλες διαδικασίες, να λαμβάνει τις επιδοτήσεις που δικαιούται», ανέφερε.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η πρόοδος του Κτηματολογίου επιτρέπει πλέον σε περισσότερους αγρότες να αποκτούν πρόσβαση στα στοιχεία των αγροτεμαχίων τους, ενώ αποκάλυψε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ουσιαστικός διάλογος με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον τρόπο καταβολής των κοινοτικών ενισχύσεων. «Υπάρχει μια σημαντική και σοβαρή συζήτηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον τρόπο με τον οποίο καταβάλλονται οι ευρωπαϊκοί πόροι και οι επιδοτήσεις», σημείωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για τη σύσταση ομάδας εργασίας μεταξύ ΑΑΔΕ και εκπροσώπων των αγροτών, με στόχο την επίλυση των επιμέρους ζητημάτων, αλλά και για την παροχή παρατάσεων όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. «Θα υπάρξει κάθε δυνατή βοήθεια, αφενός με τη σύσταση ομάδας εργασίας μεταξύ της ΑΑΔΕ και των εκπροσώπων των αγροτών και αφετέρου, εφόσον δεν έχουν ολοκληρωθεί διαδικασίες που αφορούν είτε το πρόγραμμα “Μίδας” της ΑΑΔΕ είτε το Κτηματολόγιο, να υπάρξει παράταση στη θετική αυτή ρύθμιση για αγροτεμάχια έως 20 στρέμματα», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στις αγροτικές κινητοποιήσεις και στα μπλόκα, ο υπουργός αναγνώρισε ότι το ζήτημα του ΑΤΑΚ δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα, ωστόσο παραδέχθηκε πως αποτέλεσε ένα βάρος που κουβαλούσε ο αγροτικός κόσμος εδώ και χρόνια. «Ο ΑΤΑΚ ως υποχρέωση στη δήλωση ΟΣΔΕ είχε θεσπιστεί από το 2017. Είναι ένα ζήτημα που έρχεται από το πολύ μακρινό παρελθόν και η κυβέρνηση επιχειρεί να το λύσει με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, πάντα με γνώμονα τη διαφάνεια και την ενίσχυση των πραγματικών παραγωγών», δήλωσε.
Ο Κώστας Τσιάρας τόνισε επίσης ότι η κυβέρνηση έχει πάντα ανοιχτή την πόρτα του διαλόγου, σημειώνοντας πως υπήρξε επικοινωνία και με αγρότες που παραμένουν στα μπλόκα. Παράλληλα, επέρριψε ευθύνες σε όσους δεν ανταποκρίθηκαν στις προσκλήσεις για διάλογο, επισημαίνοντας ότι η επιλογή αυτή δεν βοηθά στην επίλυση των προβλημάτων. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου είναι υπαρκτά και σοβαρά, καλώντας τους παραγωγούς να μην τοποθετούν τον εγωισμό πάνω από το συλλογικό συμφέρον.
Σε ό,τι αφορά τη συνέχιση των κινητοποιήσεων, ξεκαθάρισε ότι η παρατεταμένη κατάσταση έχει επιπτώσεις στην οικονομία και στην κοινωνία. «Η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να ταλαιπωρείται. Αναγνωρίζουμε ότι τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου είναι υπαρκτά, αλλά δεν μπορεί κανείς να αγνοεί τις συνέπειες στην ελληνική οικονομία», τόνισε.
Αναφερόμενος στις προσκλήσεις του πρωθυπουργού προς τους εκπροσώπους των αγροτών, υπογράμμισε ότι η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο εκθέτει όσους την επιλέγουν. «Όταν ο πρωθυπουργός έχει απευθύνει δύο προσκλήσεις και δεν υπάρχει ανταπόκριση χωρίς αιτιολόγηση, αυτό εκθέτει τους ίδιους και οφείλουν να το εξηγήσουν στην ελληνική κοινωνία», είπε.
Κλείνοντας, ο υπουργός επανέλαβε ότι η κυβερνητική πολιτική παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στη στήριξη του πρωτογενούς τομέα. «Στόχος μας είναι να κρατήσουμε ζωντανό και όρθιο τον ελληνικό πρωτογενή τομέα, μέσα από επιλογές που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητά του», κατέληξε.


