«Καμενίτσα και Μεντρώνι, ο Θεός να σε γλιτώνει». Ο 10χρονος Θανάσης θέλει να πει την τοπική παροιμία πριν τον πατέρα του, τον Κώστα. Χαρά στο κουράγιο του, αν αναλογιστεί κανείς ότι η φωτιά που πέρασε χθες από το χωριό τους, την Καμενίτσα Αχαΐας, δεν τους άφησε σχεδόν τίποτα. Έκαψε απ’ άκρη σ’ άκρη το μέρος που φυλούσαν περίπου 120 αιγοπρόβατα, ελαιόδεντρα αλλά και το αρμεχτήριο για τα ζωντανά, ενώ παραλίγο να καεί και το σπίτι τους, στην κορυφή του λόφου. Τελικά η φωτιά έφτασε ως το χωριό, έκαψε τέσσερα, πέντε σπίτια, «έγλειψε» εκείνο του Κώστα και του Θανάση και τράβηξε απ’ την άλλη μεριά, έτσι κι αλλιώς «με τον αέρα που είχε δεν μπορούσες να υπολογίσεις προς τα που θα πάει».
Ένα τράβηξε προς τη ΒΙΠΕ, ένα άλλο βόρεια προς την παραλιακή ζώνη (Βραχνέϊκα, Καμίνια, Κάτω Αχαγιά κλπ.), το τρίτο ακολούθησε δυτική πορεία φτάνοντας έως τον Άνω Αλισσό, την Καμενίτσα, το Μεντρώνι, χωριά που βρίσκονται από την πάνω μεριά της εθνικής οδού Πατρών-Πύργου, την ώρα που το δεύτερο μέτωπο έκαιγε στην ίδια περιοχή, αλλά από την κάτω μεριά της εθνικής οδού.
Ομοίως δεν μπορείς να καταλάβεις πως γίνεται να έκαψε ένα σημείο μπροστά σου, αμέσως μετά το τοπίο να είναι καταπράσινο και να έχει γλιτώσει και στα 50 μέτρα πιο πέρα να γίνει πάλι κάρβουνο. «Εγώ τα είχα φρεζαρισμένα τα χωράφια μου και αν γλίτωσαν κάποια, είναι γι’ αυτόν τον λόγο», μας λέει ο Κώστας.
Ρωτάμε για το αν υπήρξαν εναέρια μέσα. Από την κορυφή του λόφου που βρίσκεται ο Άνω Αλισσός, στο βάθος χαμηλά φαίνεται η θάλασσα, ο Πατραϊκός κόλπος. «Αεροπλάνα δεν είδαμε γιατί είχε λέει πολύ ψηλό κυματισμό χθες η θάλασσα κι έπρεπε να πηγαίνουν πάνω στο φράγμα και να γυρίζουν, έτσι μάθαμε», λέει ο κύριος Νίκος. Ο ίδιος δεν έπαθε κάποια ζημιά, ωστόσο μας μιλάει για σπίτια που κάηκαν λίγο έξω απ’ το χωριό. «Δεν μπορείς να καταλάβεις πως κάηκαν. Δεν έχει μεγάλη βλάστηση εκεί να πω ότι φούντωσαν τα πεύκα ή τα κουκουνάρια, είχε χαμηλή βλάστηση παντού. Αλλά ήταν απίστευτη η ταχύτητα της φωτιάς. Για πότε άρπαξε ψηλά στην ΒΙΠΕ και για πότε ήρθε στο χωριό μας, ούτε που το καταλάβαμε».
Σταματάμε στην πλατεία Γεωργίου να πάρουμε έναν καφέ. Τα καθίσματα της καφετέριας είναι γεμάτα από στάχτες που πέφτουν απ’ τον ουρανό, ενώ ο ήλιος έχει πάρει ένα πορτοκαλί χρώμα εξαιτίας του νέφους που καλύπτει την πόλη. Μυρίζεις κάπνα παντού, ενώ αρκετός κόσμος περπατάει στο δρόμο φορώντας μάσκες.
«Να χρωστάμε χάρη που δεν άρπαξε φωτιά όλη η ΒΙΠΕ, να αρχίσουν και οι εκρήξεις απ’ τα χημικά», λέει ο καταστηματάρχης που φτιάχνει τους καφέδες. Δίπλα του ένας φίλος του συμπληρώνει: «Καλά δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει, ακόμα καίει εκεί πάνω».
«Αν αρχίσουν να σκάνε τα χημικά ή αν πάρει φωτιά ο ΧΥΤΑ στην Ξερόλακα, τότε καλό θα είναι να φύουμε απ’ την πόλη», ανταπαντά εκείνος.
Κανείς τους δεν θυμάται πάντως τέτοια καταστροφή στην Πάτρα. «Αυτό το πράγμα εγώ δεν το θυμάμαι ξανά και είμαι 55 χρονών», λέει ο καταστηματάρχης. «Φωτιές είχαμε και στο παρελθόν, αλλά αυτό το χάλι όχι», συμπληρώνει ο φίλος του.
Χαιρετάμε, παίρνουμε το αυτοκίνητο και προσπαθούμε να πάμε προς τα βόρεια, όσο γίνεται πιο κοντά στο μέτωπο. Δεν τα καταφέραμε, η Αστυνομία έχει κόψει κάθε πρόσβαση προς τα βόρεια.


