Ξεκάθαρο – πολιτικά – “μήνυμα” ότι θα έβλεπε την προοπτική αλλαγής του εκλογικού νόμου αλλά μόνον με την “συνθήκη” να το ζητούσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ή έστω να ήταν κοινή πρωτοβουλία των δυο κομμάτων (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) , έστειλε με την χτεσινή συνέντευξή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε από τον Αντ Σρόιτερ και για τον εκλογικό νόμο απάντησε : «Δεν το έκανα και νομίζω ότι δικαιώθηκα από τις εξελίξεις. Δεν θα το πράξω ούτε τώρα. Δεν έχω καμία πρόθεση να κατεβάσω τον πήχη της αυτοδυναμίας. Το εκλογικό σύστημα είναι αυτό το οποίο έχουμε. Το πλαφόν εισόδου στη Βουλή είναι το 3%. Το μπόνους καθορίζεται όπως καθορίζεται αυτή τη στιγμή με το εκλογικό σύστημα και με αυτό θα πάμε στις εκλογές του 2027. Είμαι ο τελευταίος ο οποίος για να βελτιώσει ενδεχομένως τις πιθανότητες να κερδίσουμε μια εκλογή ακόμη, θα πειραματιστεί με αυτό αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού»
Το ενδιαφέρον είναι ότι με την τελευταία φράση ο πρωθυπουργός ουσιαστικά απέκλεισε να τον αλλάξει με δική του πρωτοβουλία αφήνοντας την πρωτοβουλια στο ΠΑΣΟΚ. Εκτιμώντας ότι και το δεύτερο κόμμα θα βγει κερδισμένο από την πιθανή αύξηση του ορίου εισόδου στη βουλή από το 3% στο 5% και ως εκ τούτου θα πρέπει να πάρει και μέρος του πολιτικού κόστου
Αν και δεν θέλησε τυπικά να ανοίξει το θέμα, ασφαλώς και υπάρχει ένα εντελώς «κατακερματισμένο τοπίο» στη Βουλή που θυμίζει εποχές πρώτου μνημονίου και χειρότερα, αλλά αν μπει όριο εισόδου 4% η 5% (από 3% σήμερα) ποιον θα ωφελήσει πολιτικά, το πρώτο κόμμα ή το δεύτερο και το τρίτο; Πιο εύκολα θα πήγαινε, στο γερμανικό εκλογικό μοντέλο που η βασική του εκδοχή βγάζει και πιο εύκολα κυβέρνηση με ένα 33%-34% αλλά και … αξιωματικη αντιπολίτευση!


